Το μεσημέρι μετά το φαγητό ο πατέρας είπε: «Το καλοκαίρι που θα κλείσουν τα σχολεία, το παιδί θα δουλέψει στη αποθήκη». Η μάνα δε μίλησε. Μόνο πήρε τα άδεια πιάτα απ' το τραπέζι, το δικό της και του πατέρα, να τα πάει στην κουζίνα. Ύστερα που γύρισε είταν λίγο κλαμένη. Το παιδί μασούσε το φαγητό μα ήταν ταραγμένο και δεν μπορούσε να το καταπιεί. Τότε η μάνα είπε: «Ε, ας έρθει το καλοκαίρι και βλέπουμε». Το παιδί κατάπιε το φαγητό. Ύστερα σηκώθηκε απ' το τραπέζι και βγήκε στην αυλή μπροστά στο σπίτι. Σκαρφάλωσε στην τζανεριά και κάθισε στα δυο σανίδια που είχε στερεώσει στα κλαδιά του δέντρου. Όταν είχε κανένα πρόβλημα ή στεναχωριότανε με κάτι, ανέβαινε πάντα στο δέντρο και καθόταν στα δυο σανίδια. Από τη θέση αυτή, έβλεπε όλη την περιοχή που όριζε μαζί με τους φι'λους του. Λίγο μετά το συρματένιο φράχτη της αυλής, ήταν ο δρόμος. Αμέσως μετά το δρόμο, ένας τσιμεντένιος τοίχος έφραζε το γυμναστήριο. Αυτός ο τοίχος ήταν σχετικά χαμηλός και το παιδί, πάνω από το δέντρο, έβλεπε καθαρά τις κορφές των πεύκων πέρα απο το γυμναστήριο. Ακόμα έβλεπε ένα κομμάτι θάλασσα στην αριστερή μεριά. Τέλος μπροστά και δεξιά ήταν μερικά χαμηλά βουνά, που με τις εποχές πάντα αλλάζουν χρώματα. Ήταν όμορφα που έβλεπε έτσι από ψηλά τον κόσμο. Ακόμα ένιωθε ασφάλεια να κάθεται πάνω στα δυο σανίδια. Ήταν πολύ αδύνατος και πολλές φορές τ' άλλα παιδιά, όταν έπαιζαν στην αυλή ή στο δρόμο, του 'διναν και καμιά. Όμως στο δέντρο είχε ασφάλεια.
Καθώς η άνοιξη είχε πια αρχίσει, η τζανεριά ήταν γεμάτη με κάτι τόσο δα πράσινα φυλλαράκια κι ένα σωρό άσπρα ανθάκια που μοσχοβολούσαν. Αλλά το παιδί δεν τα χαιρόταν. Σκεφτόταν πως το καλοκαίρι θα δούλευε στην αποθήκη όπου έβγαζαν τα ηλιόσπορα. Ακόμα σκεφτόταν εκείνο το χοντρό αφεντικό. Αυτό το αφεντικό ήταν πολύ φωνακλάς.
Το περασμένο καλοκαίρι του 'χε δώσει μια μπάτσα. Το παιδί είχε πάει να δει τον πατέρα του. Είχε μπει στην αποθήκη. Τα σπόρια ήταν ριγμένα στο πάτωμα, ένα ολόκληρο βουνό. Ανέβηκε στην κορφή του, ξάπλωσε μπρούμυτα, έκανε έτσι με τα χέρια του και κύλησε μέχρι το πάτωμα. Αφού έπαιξε καμιάν ώρα, γέμισε και τις τσέπες του σπόρους κι έκατσε στα πέτρινα σκαλιά της πόρτας και τους έτρωγε. Τότε ήρθε τ'αφεντικό και του 'δωσε μια μπάτσα. «Γιε του κερατά, γι' αυτό ήρθες εδώ πέρα, να σκορπάς και να τρώς τα λιόσπορά;». Έτσι το παιδί δεν ξαναπήγε στην αποθήκη να δει τον πατέρα. Κι ούτε ήθελε να τρώει πολύ. Μη γίνει χοντρός. Γιατί νόμιζε πως τους χοντρούς τους φοβόταν τα παιδιά, όπως φοβόταν αυτός τ' αφεντικό του πατέρα. Τώρα όμως ένιωθε παγιδευμένος. Καλύτερα να μην έρθει αυτό το καλοκαίρι, σκεφτηκε. Ο πατέρας δεν έκαμε πίσω άμα έλεγε κάτι. Σίγουρα θα δούλευε στην αποθήκη. Βέβαια και το περασμένο καλοκαίρι στο καφενείο δεν είχε περάσει καλύτερα. Αλλά εκεί τουλάχιστον είχε την αυλίτσα με τις ακακίες και τους φουντωτούς βασιλικούς στους ντενεκέδες. Ακόμη, όταν κανείς δεν του φερόταν καλά μπορούσε και να τον εκδικηθεί, γιατί σ'αυτούς που τον μάλωναν έβαζε στο ποτήρι τους νερό από το κάτω βρυσάκι του ψυγείου — αυτό που μαζευόταν στο ντεπόζιτο σαν έλιωνε ο πάγος. Και καμιά φορά έφτυνε και μέσα στο ποτήρι. Όμως στην αποθήκη με τα ηλιόσπορα δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα απ' αυτά. Έτσι ένιωθε απελπισμένος. Σκεφτόταν και το δρόμο που έπρεπε να κάνει τέσσερις φορές την ημέρα. Φραπ-φραπ να σέρνει τα πέδιλα που ο πατέρας τ' αγοράζει μεγαλύτερα απ' το κανονικό για να τα 'χει και τον άλλο χρόνο. Και να περνάει μπροστά από τον Φλοίσβο. Ο κόσμος να κάνει μπάνια, τ' άλλα παιδιά να τρώνε παγώτο από τα καροτσάκια κι αυτός μόνο να βλέπει, γιατί όποτε αγοράζει παγωτό του πρήζονται οι αμυγδαλές και τότε μαζί με τον πόνο έχει και τις φωνές του πατέρα. Το παιδί τα σκεφτόταν όλα αυτά κι ένιωθε απελπισμένο. Αποφάσισε να κατέβει από το δέντρο και να κάνει μια βόλτα μέχρι το μεγάλο πάρκο με τα πεύκα. Στο μέρος αυτό πήγαινε με τους φίλους του όταν ήθελαν να παίξουν μόνοι τους μακριά από τους μεγάλους. Σπάνια πήγαινε και καμία γριά να μαζέψει ραδίκια. Ακόμα, τέτοια εποχή, στο τέρμα του πευκώνα που ήταν το ρέμα με τα καλάμια, τα παιδιά έβρισκαν κάτι τρύπες. Οι τρύπες αυτές ήταν φωλιές από κάτι μεγάλες αράχνες, τους ρόγαλους. Μ' ένα σχοινάκι που στην άκρη του κολλούσαν ένα κομματάκι πίσσα, ξεγελούσαν τους ρόγαλους όταν το κατέβαζαν μέσα στην τρύπα και τους έβγαζαν έξω. Τότε τους φυλάκιζαν μέσα σε άδεια κουτιά από τσιγάρα ή σπίρτα. Το παιδί λοιπόν ξεκίνησε για τον πευκώνα, σίγουρο πως τέτοια ώρα δε θα 'ταν κανείς εκεί. Πολλές φορές τον είχαν μαλώσει άγρια που πήγαινε τόσο μακριά. Σ' ένα σημείο το μέρος είταν φραγμένο μ' ένα αγκαθωτό σύρμα και είχε μια ταμπέλα. Σ' αυτή την ταμπέλα είχαν ζωγραφίσει μια νεκροκεφαλή με δυο σταυρωτά κόκκαλα από κάτω. Το παιδί όμως ήταν στεναχωρημένο και το μόνο που ήθελε ήταν να μείνει για λίγο μόνο. Περπατούσε σκεφτικό ακολουθώντας τις σκιές των δέντρων. Τα παπούτσια του βούλιαζαν μέσα στους σωρούς τις ξερές πευκοβελόνες κι από το νού του δεν έφευγαν οι φωνές του χοντρού αφεντικού. Όταν όμως βγήκε από τον πευκώνα κι έφτασε στο ρέμα, τα βατράχια φώναζαν τόσο πολύ, που του πήραν κάθε σκέψη. Τα είδε να χοροπηδούν ελεύθερα κι ένιωσε ευχαρίστηση. Να μπορούσε να κι αυτός να είναι έτσι! Τότε είδε μπροστά του την ταμπέλα με τη νεκροκεφαλή και τα κόκκαλα από κάτω. Αμέσως έφερε στο νού του εκείνον τον φίλο του τον μαυροσκούφη. Τον περασμένο χρόνο, αυτός ο φίλος του, δύο τρεις φορές την εβδομάδα, ερχόταν μ' ένα τανκ στη γειτονιά. Αυτό το τανκ ήταν βαμένο λαδί με πράσινες βούλες και λουρίδες. Είχε κάτι μεγάλες λαστιχένιες ρόδες κι απάνω-απάνω στην κορυφή ένα κανονάκι. Ο φίλος του έλεγε πως αυτό το τανκ είναι κένταυρος. Αλλά το παιδί δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ένα τανκ μπορεί να είναι κένταυρος. Όταν λοιπόν το απόγευμα ερχόταν στη γειτονιά, γινόταν κάτι πολύ μεγάλο. Το παιδί ανέβαινε στο τανκ, καθόταν δίπλα στο μαυροσκούφη κι έκαναν βόλτα στους δρόμους σηκώνοντας σύννεφα σκόνης πίσω τους. Ήταν μια δυνατή χαρά. Γιατί, πολλές ώρες μετά, τα μάγουλα του ήταν φλογισμένα και το βράδυ στριφογύριζε στο κρεβάτι μέχρι να το πάρει ο ύπνος.
Ένα απόγευμα ακούστηκε στον πευκώνα ένας δυνατός κρότος. Τόσο δυνατός, που έσπασαν τα τζάμια από την πόρτα της κουζίνας. Ο κόσμος βγήκε από τα σπίτια και μαζεύτηκε στην άκρη του δρόμου. Σε λίγο ήρθαν χωροφύλακες κι αξιωματικοί μ' ένα σωρό αυτοκίνητα. Το παιδί τρύπωσε μέσα στον κόσμο. Οι άνθρωποι ρωτούσαν ο ένας τον άλλο τι είχε γίνει. Όταν πέρασαν κανά δυο ώρες, μαθεύτηκε το νέο. Το τανκ του φίλου του είχε πέσει σε νάρκη κι είχε γίνει κομμάτια. Το παιδί δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα. Κι ούτε ήξερε τι ακριβώς είταν αυτό που ένιωθε. Το πρωί της άλλης μέρας έφεραν το φίλο του μέσα σε μια κάσα. Αυτή η κάσα ήταν διαφορετική από μιαν άλλη που είχε δει όταν πέθανε ένας γείτονας γέρος. Δεν ήταν μαύρη και είχε σημαία πάνω από το καπάκι. Στο σπίτι του φίλου του είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Το παιδί άκουσε τους γειτόνους που βλαστημούσαν κάτι παλιοκουμμουνιστές. Ήταν αυτοί —λέει— που είχαν βάλει τις νάρκες και σκοτώθηκε το παλικάρι. Και τότε ένιωσε ένα μίσος γι' αυτούς τους παλιοκουμουνιστές. Όμως το βράδυ, ένας θείος του είπε πως τις νάρκες δεν τις είχαν βάλει οι κουμουνιστές, παρά κάτι ξένοι, Εγγλέζοι, για να τις πατήσουν οι κουμμουνιστές και να σκοτωθούνε.
Έτσι το παιδί μπερδεύτηκε και δέν ήξερε ποιόν να μισήσει. Και μόνο έκλαιγε για τον φίλο του. Αυτά λοιπόν σκεφτόταν τώρα, καθώς έβλεπε την ταμπέλα με την νεκροκεφαλή και τα δύο σταυρωτά κόκκαλα από κάτω. Και ξαφνικά, να, εκεί μπροστά του, μια τρύπα στο συρματόπλεγμα και, στην άλλη μεριά, κάτι όμορφες παπαρούνες.
Έσκυψε και σύρθηκε μέσ' από την τρύπα προσέχοντας να μη σκαλώσουν τα ρούχα του και σχιστούν. Περπάτησε προς τα λουλούδια. Έκανε μερικά βήματα και κοντοστάθηκε, γιατί του φάνηκε πως άκουσε τη φωνή της μάνας του που τρομαγμένη του φώναζε να σταματήσει. Όμως η μοίρα του το καλούσε. Κι όταν έκανε ένα βήμα ακόμη, η νάρκη έσκασε και το παιδί τινάχτηκε στον αέρα.