Κανείς δε θα μάθει
για κείνον τον έρωτα
π' αγρυπνάει χιλιάδες στιγμές
στη μαύρη τρύπα της καρδιάς μου.
Κανείς
γιατί τα καλοκαίρια πεθαίνει
στο άσπρο χρώμα της θάλασσας
και τα φθινόπωρα κηδεύεται
στα κίτρινα βλέφαρα των δένδρων.
Ήταν φορές που σύρθηκε
μέχρι τα χρώματα των ματιών
και μέχρι το αίμα των δαχτύλων
κι άλλοτε ποτάμι χειμωνιάτικης νύχτας
ξερίζωσε τους θάμνους των μηρών σου.
Αντίδωρο, που μοιράστηκε
τυλιγμένο σε σεντόνια που στέναζαν.
Είχε πάντα στο πρόσωπο του
τη θλίψη της αυριανής μέρας
που δέσμιους μας κρατά η άγνοιά της.
Και μέσα στη συντριβή των πραγμάτων
πότε γονατιστός και πότε όρθιος
λειτούργησε το μυστήριο
της ύπαρξης μου και του κόσμου.
Έρωτά μου, κανείς δε θ' ακούσει τη φωνή σου
πούναι φτιαγμένη από τις συλλαβές του δάσους
Το δέρμα σου, δέρμα αχιβάδας
με τ' άνισα σκληρά κύματα
θα πληγώνει πάντα τα χέρια
που βέβηλα ζητούν να χωρέσουν
την ουσία της αίσθησης σου.
Θάσαι εσύ. Ο πάντα μοναδικός.
Το φυλακισμένο κύτταρο του χρόνου
που το πρόσωπό σου σκοτεινό κι αξιαγάπητο
θα πλαγιάζει πότε στη μια
και πότε στην άλλη ρόγα.
Θάσαι εσύ, που τις νύχτες
θα ματώνεις τα μάτια μου
μέχρι να μου φανερώσεις
τη λάμψη του δικού μου άστρου.